ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗ ΦΥΣΙΚΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Εγκεφαλική Παράλυση

Η εγκεφαλική παράλυση (cerebral palsy, CP) είναι η κύρια αιτία της παιδικής αναπηρίας.

Η εγκεφαλική παράλυση δεν είναι νόσος αλλά ένα σύνθετο σύμπτωμα.

Αποτελεί έναν όρο ‘ομπρέλλα’, ο οποίoς καλύπτει μία ομάδα μόνιμων, αλλά όχι αμετάβλητων διαταραχών ανάπτυξης της στάσης και της κίνησης, που οδηγεί σε περιορισμό δραστηριότητας και οφείλεται σε μη-εξελισσόμενες βλάβες του αναπτυσσόμενου εγκέφαλου κατά την εγκυμοσύνη (προγεννητικά), τη γέννηση (περιγεννητικά) ή κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της ζωής (μεταγεννητικά). Οι κινητικές διαταραχές της εγκεφαλικής παράλυσης συνήθως συνοδεύονται από προβλήματα:

• όρασης (1 στις 10 περιπτώσεις),
• ακοής (1 στις 25 περιπτώσεις),
• γνώσης/αντίληψης (1 στις 2 περιπτώσεις),
• επικοινωνίας/ομιλίας (1 στις 4 περιπτώσεις),
• συμπεριφοράς (1 στις 4 περιπτώσεις),
• ύπνου (1 στις 5 περιπτώσεις),
• ακράτειας ούρων (1 στις 4 περιπτώσεις),
• σιελόρροιας (1 στις 5 περιπτώσεις),
• κατάποσης/σίτισης (1 στις 15 περιπτώσεις)
• από πόνο (3 στις 4 περιπτώσεις) ή/και ακόμα από επιληπτικές κρίσεις (1 στις 4 περιπτώσεις).

Η αιτιολογία της εγκεφαλικής παράλυσης είναι ετερογενής και πολυπαραγοντική, με τις λοιμώξεις της εγκύου (π.χ. TORCHS) ή του νεογνού (π.χ. μηνιγγίτιδα), καθώς και τους τραυματισμούς του νεογνού και την πτωχή εγκεφαλική οξυγόνωση (υποξία/ασφυξία) ή αιμάτωση (ισχαιμία) πριν, κατά τη διάρκεια ή/και μετά την γέννηση, να συνιστούν, βάσει ερευνητικών ενδείξεων, τις κύριες αιτίες εμφάνισής της. Στην ανάπτυξη των αιτιών που οδηγούν σε εγκεφαλική βλάβη εμπλέκονται πολλαπλοί παράγοντες κινδύνου, όπως θυροειδής, προ-εκλαμψία, διαταραχές-αποκόλληση πλακούντα, λοίμωξη-αιμορραγία μητέρας, πολύδυμη κύηση, προωρότητα, χαμηλό βάρος γέννησης και νεογνικοί σπασμοί.

fabDedTRr_x_JrcbqtzXkrUA8n1iQlTe4RUoFcOxUZqyu4d_h5k2TjDMT76nxD_dsTRj0g=w1318-h514

Υπολογίζεται ότι 17.000.000 άτομα πάσχουν, παγκοσμίως, με εγκεφαλική παράλυση.

Σύμφωνα με πληθυσμιακές μελέτες σε Ευρώπη, Ηνωμένες Πολιτείες, Αυστραλία και Κίνα, η συχνότητα της εγκεφαλικής παράλυσης εμφανίζεται διεθνώς, κατά μέσο όρο, σε 2 νεογνά ανά 1000 ζώσες γεννήσεις. Αν και δεν υπάρχουν αντίστοιχες δημοσιευμένες επιδημιολογικές μελέτες για τον ελληνικό πληθυσμό εκτιμάται ότι, στην Ελλάδα, με μέσο ετήσιο αριθμό γεννήσεων 100.000, γεννιούνται 200 βρέφη με εγκεφαλική παράλυση κάθε χρόνο.

Η διάγνωση της εγκεφαλικής παράλυσης παραδοσιακά γίνεται γύρω στην ηλικία των 12 με 24 μηνών. Η πρώιμη διάγνωση στην ηλικία των 12 εβδομαδών είναι πλεόν δυνατή για το ήμισυ περίπου του πληθυσμού, μέσω των διεξοδικών διαγνωστικών εξετάσεων στις μονάδες εντατικής νοσηλείας των νεογνών και την ταυτοποίηση των παραγόντων κινδύνου. Η διάγνωση αποτελεί μια πολύ σημαντική συμβολή στην οικογένεια, ώστε να λάβει κατάλληλη υποστήριξη και οδηγίες στο πως να βοηθήσει καλύτερα το παιδί. Η πρόγνωση της σοβαρότητας της κατάστασής είναι πιο ακριβής στην ηλικία των 2 ετών.

Όλα σχεδόν τα παιδιά με εγκεφαλική παράλυση έχουν φυσιολογικό προσδόκιμο ζωής, με ένα μικρό ποσοστό 5% έως 10% να πεθαίνουν κατά την παιδική ηλικία. Η βαριά κινητική αναπηριά σε συνδυασμό με την επιληψία και τη νοητική υστέρηση συνιστούν ύψιστο κίνδυνο για φτωχή πρόγνωση και πρόωρο θάνατο.

Η επίδραση της εγκεφαλικής παράλυσης στη ψυχο-σωματική λειτουργία του παιδιού ποικίλει, από το τετραπληγικό παιδί με πολύ περιορισμένη ανεξάρτητη μετακίνηση ακόμα και με χρήση υποστηρικτικής τεχνολογίας, χαμηλή επικοινωνία και συνοδά προβλήματα, όπως επιληψία και βαριά νοητική υστέρηση, μέχρι το ημιπληγικό παιδί με εικόνα ήπιας ιπποποδίας (στάση και βάδιση στις μύτες) σε περιόδους κόπωσης ή αδιαθεσίας, αλλά χωρίς άλλες διαταραχές.

Τα περισσότερα παιδιά με εγκεφαλική παράλυση θα περπατήσουν.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μελέτες, το 54%-60% των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση είναι ανεξάρτητοι περιπατητές, το 10%-16% βαδίζουν με βοήθημα, ένω το 30% χρησιμοποιούν αναπηρικό αμαξίδιο. Επιπρόσθετα, τουλάχιστον το 60% των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση παρουσιάζουν κινητικά προβλήματα του ενός ή/και των δύο άνω άκρων για τον χειρισμό αντικειμένων σε καθημερινές δραστηριότητες, όπως φαγητό, ντύσιμο, γράψιμο, πέταγμα/πιάσιμο μπάλας κ.λ.π.

9zf9hbXGqfnVXuWGMikdXbho6sSp9LymwgGmuEbAeqOczel71QKGO7Dwdkoj3qvvg0UPAA=w1318-h514

H εγκεφαλική παράλυση έχει διάφορα συστήματα ταξινόμησης, λόγω της ετερογένειάς της, τα οποία χρησιμοποιούνται ώστε να βοηθήσουν τους κλινικούς ιατρούς και θεραπευτές να σχηματίσουν μία καλύτερη εικόνα κατά τη σύγκριση, πρόγνωση και εκτίμηση των διαφόρων κινητικών αλλαγών. Κατά κανόνα, η εγκεφαλική παράλυση ταξινομείται με βάση α) την ποιότητα του μυϊκού τόνου και της κινητικής βλάβης (παθοφυσιολογική ταξινόμηση), β) την ανατομική κατανομή της διαταραχής (τετραπληγία, διπληγία, ημιπληγία) και γ) τη σοβαρότητα της κινητικής αναπηρίας σε σχέση με τους λειτουργικούς περιορισμούς.

Η κινητική βλάβη διαχωρίζεται σε τρεις κύριες παθοφυσιολογικές ταξινομήσεις – την πυραμιδική/σπαστική, την εξωπυραμιδική/δυσκινητική και την παραγκεφαλιδική/αταξική – προσδιορίζοντας την περιοχή του εγκεφάλου που έχει προσβληθεί, καθώς και την επικρατούσα κινητική διαταραχή που προκύπτει.

Ο τρόπος μετακίνησης και δραστηριοποίησης των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση προσδιορίζεται από το Σύστημα Ταξινόμησης της Αδρής Κινητικής Λειτουργίας (Gross Motor Function Classification System –GMFCS) και την Κλίμακα Λειτουργικής Μετακίνησης (Functional Mobility Scale –FMS), ενώ η λεπτή κίνηση των χεριών από το Σύστημα Ταξινόμησης Ικανότητας Χειρισμού (Manual Ability Classification System –MACS).

Η διαχείριση των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση, λόγω της σύνθετης κατάστασής τους, βασίζεται σε ένα πλαίσιο διεπιστημονικής συνεργασίας διαφόρων επαγγελμάτων υγείας, παιδαγωγικής και αθλητισμού, όπως ιατρός (παιδονευρολόγος, ορθοπαιδικός χειρουργός, φυσίατρος), φυσικοθεραπευτής, εργοθεραπευτής, λογοθεραπευτής, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, ειδικός παιδαγωγός και γυμναστής.

Η κινητική δυσλειτουργία αντιμετωπίζεται με σύνθετους τρόπους, όπως:

(α) φυσικοθεραπεία,

(β) κηδεμόνες, βοηθήματα μετακίνησης (περιπατητούρα, πατερίτσες, μπαστουνάκια),

(γ) στοματική (π.χ. βενζοδιαζεπίνες, μπακλοφένη) ή ενδομυϊκή (αλλαντική τοξίνη, αλκοόλη) φαρμακευτική χορήγηση και

(δ) χειρουργικές επεμβάσεις (ορθοπαιδικά χειρουργεία, ενδοραχιαία έγχυση μπακλοφένης, εκλεκτική ραχιαία ριζοτομή).

Παρόλο που η εγκεφαλική βλάβη είναι σταθερή, η κλινική εικόνα των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση μεταβάλλεται διαρκώς, καθώς ο εγκέφαλος εξακολουθεί να ωριμάζει και το μυοσκελετικό σύστημα να υφίσταται δευτεροπαθείς προσαρμοστικές αλλαγές (π.χ. μυϊκές συγκάμψεις, οστικές συστροφές), όσο το παιδί μεγαλώνει και αναπτύσσεται, επηρεάζοντας προοδευτικά τη βάδιση και γενικά τη δραστηριοποίησή του.

Χωρίς φυσικοθεραπεία και ορθοπαιδική διαχείριση το παιδί με εγκεφαλική παράλυση μπορεί να επιδεινωθεί σωματικά και να μειωθεί η ικανότητα μετακίνησής του, πέφτοντας σε χαμηλότερο επίπεδο αδρής κινητικής λειτουργίας (GMFCS).

 

Σκουτέλης Χ. Βασίλειος
Φυσικοθεραπευτής MSc, Εργ. Συνεργάτης ΤΕΙ Αθήνας

http://www.bioanadrasis.com

 

ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Beckung E, Hagberg G, Uldall P, Cans C. Probability of Walking in Children With Cerebral Palsy in Europe. Pediatrics 2008 Jan;121(1):e187-92

Novak, I. Evidence-based diagnosis, health care, and rehabilitation for children with cerebral palsy. Journal of Child Neurology 2014; 29

Novak I, Hines M, Goldsmith S, Barclay R (2012). Clinical prognostic messages from a systematic review on cerebral palsy. Pediatrics 2012; 130 (5)

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ



ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ